οικονόμος
ουσιαστικό1. Άτομο που φροντίζει για τη διαχείριση, την τάξη και τις πρακτικές ανάγκες ενός σπιτιού, μιας οικογένειας ή μιας επιχείρησης.
2. Άτομο που διαχειρίζεται χρήματα, προμήθειες ή περιουσία με υπευθυνότητα και μέριμνα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οικονόμος του σπιτιού φρόντιζε για την καθαριότητα και τα ψώνια.
- Η καινούρια οικονόμος είναι πολύ οργανωτική και ευγενική.
- Ο οικονόμος του ξενοδοχείου ελέγχει καθημερινά τα δωμάτια και τις προμήθειες.
- Στο παλιό αρχοντικό, ο οικονόμος διαχειριζόταν τα οικονομικά και το προσωπικό.
- Οι οικονόμοι του κτήματος είχαν αναλάβει όλες τις καθημερινές εργασίες.