προϊστάμενος
ουσιαστικόΠρόσωπο με επίσημη αρμοδιότητα και ευθύνη για τη διοίκηση, την οργάνωση και την επίβλεψη εργαζομένων ή λειτουργιών σε τμήμα, υπηρεσία ή οργανισμό.
Συνώνυμα
διευθυντής επικεφαλής επόπτης διοικητής ανώτερος αφεντικό διευθύντρια διαχειριστής υπεύθυνος συντονιστής επιστάτης μάνατζερ αρχηγός πρόεδρος επιβλέπων κεφάλι αφέντης κεφαλή στέλεχος ηγέτης καπετάνιος κουμανταδόρος άρχων εργοδότης καθοδηγητής πρεσβύτερος επιθεωρητής λοχαγός αρχιφύλακας πάπας αξιωματούχος επίσκοπος προκάτοχος
Αντώνυμα
υφιστάμενος υπάλληλος βοηθός εργαζόμενος εργάτης υπηρέτης υπηρετούμενος ασκούμενος τσιράκι υποχείριο υπαλληλάκος εκπαιδευόμενος μισθωτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προϊστάμενος ζήτησε την έκθεση μέχρι την Παρασκευή.
- Μίλησα με τον προϊστάμενο του τμήματος για την άδεια.
- Οι προϊστάμενοι θα παρακολουθήσουν την παρουσίαση και θα δώσουν σχόλια.
- Η απόφαση του προϊσταμένου άλλαξε το πρόγραμμα.
- Κύριε προϊστάμενε, μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;