τύραννος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ασκεί εξουσία χωρίς θεσμικούς περιορισμούς, χρησιμοποιώντας καταναγκασμό και αυταρχικά μέσα για να επιβάλει τη θέλησή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

δημοκράτης ελευθερωτής απελευθερωτής σωτήρας προστάτης υπερασπιστής φιλάνθρωπος υπηρέτης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τύραννος της πόλης κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή.
  • Στα βιβλία ιστορίας διαβάσαμε για τον τύραννο που ανέτρεψε το πολίτευμα.
  • Ο πατέρας του ήταν τύραννος στο σπίτι και δεν άφηνε κανέναν να μιλήσει.
  • Οι φίλοι του τον απέφευγαν επειδή γινόταν τύραννος στην παρέα και αποφάσιζε για όλους.
  • Στην αρχαιότητα οι τύραννοι συχνά λάμβαναν την εξουσία με την υποστήριξη του στρατού.
  • Το άγχος έγινε τύραννος της καθημερινότητάς της και δεν την άφηνε να ησυχάσει.