δυνάστης

ουσιαστικό

1. Άτομο που ασκεί εξουσία ή επιρροή με τυραννικό, καταπιεστικό τρόπο, καταπατώντας δικαιώματα και ελευθερίες άλλων.

2. Πρόσωπο που επιβάλλει τη θέλησή του βίαια ή με καταχρηστικό τρόπο σε υποτελείς, εργαζόμενους ή οικεία πρόσωπα.

Συνώνυμα

τύραννος δικτάτορας αυταρχοκράτης καταπιεστής δεσπότης αφέντης εκμεταλλευτής επιβολέας χειραγωγός εξουσιαστής βασανιστής κατακτητής ηγεμόνας βασιλιάς τυραννίσκος μαφιόζος μονάρχης

Αντώνυμα

σωτήρας απελευθερωτής ελευθερωτής λευθερωτής προστάτης προστατευτής υπηρέτης δημοκράτης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δυνάστης κυβέρνησε τη χώρα με σιδερένιο χέρι.
  • Για τους εργάτες, ο δυνάστης προϊστάμενος ήταν πηγή συνεχούς εκμετάλλευσης.
  • Στην οικογένεια, ο δυνάστης επέβαλλε απόλυτο έλεγχο και κακοποίηση.
  • Ο δυνάστης φόβος τον έπνιγε κάθε νύχτα.
  • Στην παράσταση, ο δυνάστης καταδικάστηκε από το πλήθος.