λειτουργός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που εκτελεί δημόσια ή διοικητική υπηρεσία, ασκώντας καθήκοντα και αρμοδιότητες στο πλαίσιο ενός οργανισμού ή του κράτους.
2. Κληρικός που τελεί τη θεία λειτουργία ή, γενικά, ιερέας που συμμετέχει στην εκκλησιαστική λατρεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λειτουργός της ενορίας τέλεσε τη λειτουργία το πρωί.
- Ο λειτουργός του υπουργείου προσκόμισε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα.
- Οι λειτουργοί του νοσοκομείου εναλλάσσονταν ανά βάρδια.
- Κάθε λειτουργός δημόσιας υπηρεσίας οφείλει να ενεργεί με διαφάνεια.
- Ο λειτουργός του δικτύου επανέφερε την πρόσβαση μετά τη βλάβη.