εργοδότης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο, εταιρεία ή οργανισμός που προσλαμβάνει εργαζόμενους για να εκτελέσουν εργασία με αντάλλαγμα αμοιβή ή μισθό.
Συνώνυμα
αφεντικό ιδιοκτήτης επιχειρηματίας καταστηματάρχης εργολάβος εργοστασιάρχης εντολέας μάνατζερ διευθυντής προϊστάμενος παραγωγός κεφαλαιοκράτης επενδυτής αφέντης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργοδότης προσέλαβε νέους υπαλλήλους.
- Ο εργοδότης πλήρωσε για την εκτέλεση του έργου.
- Ο εργοδότης και οι εργαζόμενοι υπέγραψαν τη συλλογική σύμβαση.
- Ο εργοδότης μου χορήγησε άδεια.
- Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον εργοδότη πριν αλλάξουμε ωράριο.
- Οι αποφάσεις του εργοδότη επηρέασαν το εργασιακό κλίμα.