υπήκοος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που βρίσκεται υπό την κυριαρχία και δικαιοδοσία ενός κράτους ή μονάρχη, με τις αντίστοιχες νομικές σχέσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπήκοος προσκόμισε τα διαβατήριά του στο προξενείο.
  • Η υπήκοος υπέβαλε αίτηση για άσυλο.
  • Κατά την περίοδο της μοναρχίας, οι υπήκοοι του βασιλιά πλήρωναν φόρους.
  • Είναι υπήκοος της Γαλλίας και έχει διπλή ιθαγένεια.
  • Πολλοί ένιωθαν υπήκοοι των συνθηκών και δεν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν.