βασιλιάς
ουσιαστικό1. Άνδρας που ασκεί την ανώτατη κυριαρχία σε ένα κράτος ή βασίλειο, συνήθως ως μονάρχης, με δικαιώματα και καθήκοντα που αφορούν τη διοίκηση, την εκπροσώπηση και σε μερικές περιπτώσεις τη νομοθετική ή εκτελεστική εξουσία, συχνά σε κληρονομική βάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασιλιάς υπέγραψε το διάταγμα χθες.
- Το λιοντάρι θεωρείται ο βασιλιάς της σαβάνας.
- Στο σκάκι, ο βασιλιάς κινείται μία θέση σε οποιαδήποτε κατεύθυνση.
- Από την τράπουλα τράβηξε έναν βασιλιά.
- Οι παλαιοί βασιλιάδες φορούσαν περίτεχνα στέμματα.