επιστάτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο υπεύθυνο για την επίβλεψη και τη διαχείριση της εργασίας και των λειτουργιών ενός χώρου ή ομάδας, οργανώνοντας τα καθήκοντα, ελέγχοντας την τήρηση των κανόνων και συντονίζοντας το προσωπικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιστάτης του σχολείου φροντίζει για την καθαριότητα και την ασφάλεια.
- Ο επιστάτης του συγκροτήματος ενημέρωσε τους ενοίκους για τις επισκευές.
- Στο εργοτάξιο, ο επιστάτης επιβλέπει τη σωστή εκτέλεση των εργασιών.
- Ως επιστάτης του μουσείου καθοδηγούσε τους επισκέπτες και προστάτευε τα εκθέματα.
- Τον θεωρούν επιστάτης της παράδοσης του χωριού εξαιτίας της συνεχούς φροντίδας του.