ψυχισμός
ουσιαστικό1. Το σύνολο των ψυχικών λειτουργιών, δομών και διεργασιών ενός ατόμου που διαμορφώνουν την αντίληψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
ψυχοσύνθεση νοοτροπία ιδιοσυγκρασία ιδιοσυστασία προσωπικότητα ψυχή πνεύμα μυαλό ψυχολογία συνείδηση νόηση συμπεριφορά διάνοια ψυχιστεία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ψυχισμός του παιδιού διαμορφώνεται μέσα από τις πρώιμες σχέσεις με τους γονείς.
- Οι συνεχόμενες απογοητεύσεις πλήγωσαν τον ψυχισμό της και την έκαναν πιο επιφυλακτική.
- Η θεραπεία στόχευε στην κατανόηση των ασυνείδητων δομών του ψυχισμού.
- Οι διαφορετικοί ψυχισμοί των χαρακτήρων δημιουργούν αντίθεση στο έργο.
- Τα ιστορικά γεγονότα επηρέασαν τον ψυχισμό ολόκληρης της κοινωνίας.