φάντασμα

ουσιαστικό

1. Υποθετική υπερφυσική μορφή που αποδίδεται στη ψυχή ή στο πνεύμα νεκρού ανθρώπου, εμφανιζόμενη συχνά με αχνή ή ημιδιαφανή εμφάνιση και συνδεόμενη με τόπους, αντικείμενα ή γεγονότα του παρελθόντος.

Συνώνυμα

πνεύμα φάσμα εμφάνισμα οπτασία είδωλο σκιά δαίμονας πολτεργκάιστ δαίμων σκιώτης οφθαλμαπάτη πνευματάκι φαντασματάκι βρικόλακας ξωτικό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φάντασμα εμφανίστηκε στο παλιό σπίτι τη νύχτα.
  • Ένιωσα ένα φάντασμα ελπίδας μετά τα καλά νέα.
  • Το φάντασμα του παρελθόντος συνεχίζει να επηρεάζει τις αποφάσεις μου.
  • Όταν άκουσε τα νέα, έμεινε σαν φάντασμα από την έκπληξη.
  • Μετά το κλείσιμο των καταστημάτων, η πόλη μοιάζει με φάντασμα.