σάρκα
ουσιαστικό1. Μαλακός ιστός των ζώων και του ανθρώπου, αποτελούμενος κυρίως από μυϊκό, λιπώδη και συνδετικό ιστό, που σχηματίζει το σώμα και περιβάλλει τα οστά.
2. Το τμήμα ζώου που προορίζεται ή χρησιμοποιείται ως τροφή, ιδίως το κρέας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σάρκα του τραυματίστηκε βαριά στο ατύχημα.
- Η σάρκα του αρνιού ήταν τρυφερή και νόστιμη.
- Η ιδέα τελικά πήρε σάρκα και οστά.
- Η σάρκα του υπερνικούσε τη λογική στις στιγμές εκείνες.
- Σε πολλές παραδόσεις η σάρκα θεωρείται πρόσκαιρη σε σύγκριση με την ψυχή.