κωμωδία
ουσιαστικό1. Θεατρικό ή λογοτεχνικό είδος που παρουσιάζει ανθρώπινες συμπεριφορές και καταστάσεις με χιουμοριστική, ελαφριά ή σατιρική διάθεση, με σκοπό την ψυχαγωγία και το γέλιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρακολούθησα μια κωμωδία στο θέατρο χθες το βράδυ.
- Είδα μια κωμωδία στο σινεμά και γέλασα πολύ.
- Η αρχαία ελληνική κωμωδία σατίριζε την πολιτική και την κοινωνία.
- Η συνάντηση ήταν κωμωδία, κανείς δεν ήξερε τι να κάνει.
- Προτιμώ τις κωμωδίες περισσότερο από τα δράματα.