θεατρικό

επίθετο

1. Που σχετίζεται με το θέατρο, τα θεατρικά έργα, την παραγωγή ή την παρουσίασή τους.

2. Που προορίζεται για σκηνική αναπαράσταση ή έχει χαρακτήρα κατάλληλο για παράσταση.

Συνώνυμα

έργο δράμα παράσταση δραματικό υποκριτικό επιτηδευμένο μελοδραματικό θεαματικό σενάριο μελό κιτς υπερβολικό μονόπρακτο δραματουργικό σκηνικό τσίρκο δρώμενο

Αντώνυμα

φυσικό αβίαστο αληθινό αυθεντικό απλό συγκρατημένο διακριτικό ρεαλιστικό διήγημα σεμνό καθημερινό ήπιο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θεατρικό που είδαμε χθες βασιζόταν σε παλιά μυθολογία.
  • Η θεατρική παράσταση απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.
  • Η αντίδρασή της στην είδηση ήταν πολύ θεατρική και υπερβολική.
  • Ο συγγραφέας γράφει συχνά θεατρικά έργα μικρής διάρκειας.
  • Το σκηνικό και ο φωτισμός έδωσαν στο έργο ένα θεατρικό ύφος.