ανώτατος
επίθετο1. Που βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο ή βαθμίδα ως προς μέγεθος, ένταση ή σημασία σε σχέση με άλλα.
2. Που ασκεί την τελική εξουσία ή κατέχει την τελική αρμοδιότητα σε έναν οργανισμό, θεσμό ή κρατική δομή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανώτατο δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση.
- Το ανώτατο όριο ταχύτητας στην εθνική οδό είναι 130 χλμ/ώρα.
- Έλαβε τον ανώτατο βαθμό στην αξιολόγηση.
- Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχει εξειδίκευση και έρευνα.
- Το ανώτατο όριο της ακολουθίας είναι 1.