παρατηρητήριο
ουσιαστικό1. Κτίριο ή εγκατάσταση εξοπλισμένη με τηλεσκόπια, κάμερες και επιστημονικά όργανα για την παρατήρηση, καταγραφή και μελέτη των ουρανίων σωμάτων και φαινομένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παρατηρητήριο στο βουνό ανακάλυψε έναν νέο κομήτη.
- Ανεβήκαμε στο παρατηρητήριο για να δούμε την πόλη από ψηλά.
- Το παρατηρητήριο παρακολουθεί καθημερινά την ποιότητα του αέρα στην πόλη.
- Το παρατηρητήριο δημοσίευσε την ετήσια έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Το παρατηρητήριο της κοινής γνώμης καταγράφει τις τάσεις πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση.