ορμητήριο
ουσιαστικό1. Χώρος ή σημείο από το οποίο οργανώνονται και εκκινούν επιχειρήσεις, επιθέσεις ή αποστολές, συχνά με στρατιωτικό ή επιχειρησιακό χαρακτήρα.
2. Βάση ή καταφύγιο όπου συγκεντρώνονται άτομα, υλικά ή μέσα για την υποστήριξη και τον συντονισμό δράσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ορμητήριο των ανταρτών ήταν το παλιό αεροδρόμιο.
- Η εταιρεία μετατρέπει το λιμάνι σε ορμητήριο για διεθνείς εξαγωγές.
- Η συμμορία χρησιμοποιούσε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι ως ορμητήριο για τις ληστείες.
- Το σπήλαιο έγινε ορμητήριο για τα νυχτόβια αρπακτικά.
- Το γήπεδο της πόλης έγινε ορμητήριο για τις επιθετικές τακτικές της ομάδας.