οχύρωμα
ουσιαστικόΚατασκευή ή έργο προοριζόμενο για την άμυνα, με τείχη, προμαχώνες, ορύγματα ή άλλα οχυρωτικά στοιχεία, που προστατεύει χώρο, εγκατάσταση ή κατοίκους από εχθρικές επιθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το οχύρωμα της μεσαιωνικής πόλης διατηρείται μέχρι σήμερα.
- Κατά τη μάχη, το οχύρωμα άντεξε τις συνεχείς επιθέσεις.
- Οι αρχαιολόγοι βρήκαν το οχύρωμα κατά τις ανασκαφές.
- Η εκπαίδευση έγινε ένα οχύρωμα απέναντι στην ανεργία.
- Το νέο τείχος προστασίας λειτουργεί σαν ψηφιακό οχύρωμα για τα δεδομένα.