ηρωισμός

ουσιαστικό

1. Πράξη εξαιρετικής γενναιότητας ή αυτοθυσίας, ιδίως όταν πραγματοποιείται για την προστασία άλλων, ιδανικών ή κοινών αξιών σε συνθήκες κινδύνου.

Συνώνυμα

ηρωικότητα ανδρεία γενναιότητα παλληκαριά παλικαριά αυτοθυσία αυταπάρνηση άθλος θάρρος τόλμη αποκοτιά κουράγιο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ηρωισμός των στρατιωτών στην εμπόλεμη ζώνη συγκίνησε ολόκληρο το έθνος.
  • Ο ηρωισμός του δύτη που βούτηξε για να σώσει τα παιδιά έγινε πρώτο θέμα στην ειδησεογραφία.
  • Ο ηρωισμός της δημοσιογράφου που αποκάλυψε τη διαφθορά ήταν πράξη μεγάλης ηθικής δύναμης.
  • Ο ηρωισμός των ασθενών που παλεύουν καθημερινά με τη νόσο δεν πρέπει να υποτιμάται.
  • Στη λογοτεχνία ο ηρωισμός συχνά παρουσιάζεται ως πράξη αυτοθυσίας.