γενναιότητα
ουσιαστικόΨυχική ή ηθική ιδιότητα που εκδηλώνεται ως η προθυμία και ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς φόβους, κινδύνους ή σοβαρές δυσκολίες με αποφασιστικότητα, αυτοσυγκράτηση και αίσθημα ευθύνης, συχνά προς όφελος άλλων ή ενός υψηλότερου σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γενναιότητα του στρατιώτη έγινε παράδειγμα για όλους.
- Έδειξε γενναιότητα όταν ομολόγησε το λάθος του.
- Η γενναιότητα του να συγχωρείς είναι σπάνια.
- Μας εντυπωσίασε η γενναιότητα με την οποία μοιράστηκε τα κέρδη του.
- Χρειάζεται γενναιότητα για να πάρεις δύσκολες αποφάσεις.