κορυφή

ουσιαστικό

1. Το ανώτατο ή υψηλότερο σημείο μιας φυσικής μορφής ή αντικειμένου, όπως το άκρο ενός βουνού, λόφου ή κατασκευής.

2. Το σημείο μέγιστης έντασης, απόδοσης ή σημασίας σε μια διαδικασία, εξέλιξη ή γεγονός, όπου φτάνει το αποκορύφωμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κορυφή του βουνού ήταν καλυμμένη με χιόνι.
  • Έβαλε το κερί στην κορυφή της τούρτας.
  • Η βράβευση ήταν η κορυφή της καριέρας της.
  • Η ζήτηση έφτασε στην κορυφή τον Αύγουστο.
  • Κατέλαβε την κορυφή της ιεραρχίας ως διευθύνων σύμβουλος.