συντηρητισμός

ουσιαστικό

1. Ιδεολογία και πολιτική στάση που προωθεί τη διατήρηση των υφιστάμενων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών θεσμών και αντιστέκεται σε ριζικές ή γρήγορες αλλαγές, δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα και τη συνέχεια.

Συνώνυμα

συντηρητικότητα δεξιά παραδοσιακότητα παραδοσιοκρατία οπισθοδρομισμός επιφυλακτικότητα

Αντώνυμα

φιλελευθερισμός προοδευτισμός προοδευτικότητα εκσυγχρονισμός καινοτομία πρωτοπορία ριζοσπαστισμός νεωτερισμός αριστερισμός νεωτερικότητα μόδα εφευρετικότητα πειραματισμός δημιουργικότητα ανοιχτομυαλιά επινοητικότητα τολμηρότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συντηρητισμός στο κόμμα κέρδισε έδαφος στις τελευταίες εκλογές.
  • Η τοπική κοινωνία επιδεικνύει έντονο συντηρητισμό στα ήθη και τα έθιμα.
  • Ο συντηρητισμός στα πανεπιστήμια εμποδίζει την εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας.
  • Στην κριτική της τέχνης, ο συντηρητισμός συχνά απορρίπτει τον πειραματισμό.
  • Ο συντηρητισμός στην οικονομική πολιτική στοχεύει στη σταθερότητα και τη μείωση του ρίσκου.