πολεμοκάπηλος
ουσιαστικόΆτομο που προωθεί ή υποκινεί τον πόλεμο και εκμεταλλεύεται τις ένοπλες συγκρούσεις για οικονομικό, πολιτικό ή άλλο όφελος.
Συνώνυμα
πολεμοχαρής μιλιταριστής πολεμολάγνος πολεμομανής οπλοέμπορος οπλοβιομήχανος υποκινητής ιμπεριαλιστής εμπρηστής θερμοκέφαλος επιθετικός
Αντώνυμα
ειρηνιστής φιλειρηνικός αντιπολεμικός ειρηνοποιός ειρηνικός ειρηνόφιλος διαπραγματευτής συμφιλιωτής διαλλακτικός φιλήσυχος ουδέτερος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολεμοκάπηλος εκμεταλλεύτηκε τις ανάγκες του πολέμου και πλούτισε.
- Ο πολεμοκάπηλος λόγος των αξιωματούχων υποδαύλισε την επιθετικότητα.
- Στη συζήτηση τον κατηγόρησαν ως πολεμοκάπηλο επειδή υποστήριζε στρατιωτική επέμβαση.
- Στα χρονικά αναφέρεται ένας πολεμοκάπηλος που πουλούσε όπλα και στρατιωτικές προμήθειες.
- Κατά τη διάρκεια της κρίσης εμφανίστηκαν πολεμοκάπηλοι που επωφελήθηκαν από την αστάθεια.