βασανιστής
ουσιαστικόΆτομο που προκαλεί σκόπιμα σωματικό ή ψυχικό πόνο σε άλλον, συνήθως για να τον εξαναγκάσει, να τον τιμωρήσει ή να τον εκφοβίσει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασανιστής του κρατουμένου αποκάλυψε τελικά πού τον κρατούσαν.
- Στο μυθιστόρημα, ο κακός ήρωας είναι ένας αδίστακτος βασανιστής.
- Οι μάρτυρες αναγνώρισαν τον βασανιστή που τους είχε απειλήσει.
- Η λέξη «βασανιστής» χρησιμοποιείται μεταφορικά και για κάποιον που ταλαιπωρεί ψυχικά τους άλλους.
- Στην ιστορία της εποχής, οι βασανιστές δρούσαν κρυφά στα μπουντρούμια.