τελεσίδικος
επίθετο1. Που αποδίδεται σε απόφαση, πράξη ή ενέργεια η οποία, μετά την έκδοσή της ή την ολοκλήρωσή της, δεν επιδέχεται περαιτέρω νομική αμφισβήτηση ή αναίρεση, επειδή έχουν εξαντληθεί τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
Συνώνυμα
αμετάκλητος οριστικός δεσμευτικός τελικός ανεπίστρεπτος απόλυτος καθοριστικός αποφασιστικός αδιαμφισβήτητος αδιάσειστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου δεν επιδέχεται πλέον αναίρεση.
- Το συμβόλαιο έγινε τελεσίδικο μετά την υπογραφή και την επικύρωση.
- Ο τελεσίδικος χαρακτήρας της απόφασης απέκλεισε κάθε νέο ένδικο μέσο.
- Οι φόροι που επιβλήθηκαν είναι τελεσίδικοι και πρέπει να εξοφληθούν.
- Στο φάκελο υπάρχουν οι τελεσίδικες αποφάσεις των παλαιών υποθέσεων.