ανένδοτος
επίθετοΠου δεν υποχωρεί και δεν αποδέχεται συμβιβασμούς, διατηρώντας σταθερή και αμετάβλητη στάση ή απόφαση απέναντι σε απαιτήσεις, προτάσεις ή πιέσεις.
Συνώνυμα
αδιάλλακτος ανυποχώρητος αδιαπραγμάτευτος αμετακίνητος αταλάντευτος άκαμπτος άτεγκτος σθεναρός ανελαστικός ασυμβίβαστος αποφασισμένος αποφασιστικός πείσμων απτόητος αμετάκλητος αδίστακτος πεισματάρης αμείλικτος σκληροπυρηνικός ανελέητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής έμεινε ανένδοτος στην απόφασή του να μην αλλάξει τη βαθμολογία.
- Η κυβέρνηση κράτησε ανένδοτη στάση στη διαπραγμάτευση.
- Οι απεργοί έδωσαν ανένδοτο αγώνα για καλύτερους μισθούς.
- Οι κάτοικοι παρέμειναν ανένδοτοι μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
- Η εταιρεία τήρησε ανένδοτη πολιτική απέναντι στις απαιτήσεις των προμηθευτών.