ανένδοτος

επίθετο

Που δεν υποχωρεί και δεν αποδέχεται συμβιβασμούς, διατηρώντας σταθερή και αμετάβλητη στάση ή απόφαση απέναντι σε απαιτήσεις, προτάσεις ή πιέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής έμεινε ανένδοτος στην απόφασή του να μην αλλάξει τη βαθμολογία.
  • Η κυβέρνηση κράτησε ανένδοτη στάση στη διαπραγμάτευση.
  • Οι απεργοί έδωσαν ανένδοτο αγώνα για καλύτερους μισθούς.
  • Οι κάτοικοι παρέμειναν ανένδοτοι μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
  • Η εταιρεία τήρησε ανένδοτη πολιτική απέναντι στις απαιτήσεις των προμηθευτών.