μορφοποιώ
ρήμα1. Δίνω σε κάτι συγκεκριμένη μορφή, διάταξη ή εμφάνιση, επεξεργαζόμενος τα στοιχεία του.
2. Διαμορφώνω το περιεχόμενο ή τη δομή ενός κειμένου, εγγράφου ή άλλου υλικού ώστε να παρουσιαστεί με ορισμένο τρόπο.
Συνώνυμα
σχηματοποιώ διαμορφώνω πλάθω καλουπώνω σχηματίζω σμιλεύω συνθέτω διαπλάθω προσαρμόζω μορφώνω κατασκευάζω ζυμώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πρόγραμμα κειμένου μπορώ να μορφοποιώ το κείμενο αλλάζοντας γραμματοσειρά, μέγεθος και χρώμα.
- Ο σχεδιαστής θα μορφοποιώ το έγγραφο πριν το στείλει για εκτύπωση.
- Το σύστημα με βοηθά να μορφοποιώ αυτόματα τις παραγράφους και τις επικεφαλίδες.
- Πρέπει να μορφοποιώ σωστά τα δεδομένα πριν τα εισαγάγω στη βάση.
- Με αυτό το εργαλείο μπορούμε να μορφοποιώ τον κώδικα ώστε να είναι πιο ευανάγνωστος.