αυτοτέλεια

ουσιαστικό

Η κατάσταση ή η ιδιότητα ενός προσώπου, οργανισμού ή συστήματος να λειτουργεί, να αποφασίζει και να ρυθμίζει τις υποθέσεις του με δική του ευθύνη και χωρίς εξάρτηση από άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εξάρτηση υποτέλεια εξαρτησία δεσμευτικότητα σύγκριση συντεχνία

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πανεπιστήμιο χρειάζεται διοικητική αυτοτέλεια για να λειτουργεί αποτελεσματικά.
  • Η οικονομική αυτοτέλεια της περιοχής ενισχύθηκε μετά τις επενδύσεις.
  • Η χώρα διεκδικεί μεγαλύτερη πολιτική αυτοτέλεια στις αποφάσεις της.
  • Ο νέος θέλει να αποκτήσει προσωπική αυτοτέλεια και να ζει μόνος του.
  • Το έργο έχει αισθητική αυτοτέλεια και μπορεί να σταθεί μόνο του.