άνομος
επίθετο1. Που δεν τηρεί ή παραβιάζει τον νόμο ή τους νόμιμους κανόνες.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη νομικής ή κοινωνικής τάξης και αστάθεια στους θεσμούς.
3. Που συμπεριφέρεται ή ενεργεί αντίθετα προς τα αποδεκτά κοινωνικά ή ηθικά πρότυπα.
Συνώνυμα
παράνομος ανομικός ανήθικος ασεβής αναρχικός ατίθασος απείθαρχος ανυπότακτος παραβατικός ανέντιμος αθέμιτος ανορθόδοξος άδικος άκυρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άνομος δράστης συνελήφθη χθες το βράδυ.
- Η άνομη πράξη τιμωρήθηκε αυστηρά από το δικαστήριο.
- Το άνομο καθεστώς έπνιγε κάθε φωνή αντίθεσης.
- Οι άνομοι εισβολείς λεηλάτησαν το χωριό.
- Η κοινωνία καταδικάζει τις άνομες συμπεριφορές που βλάπτουν τους πολίτες.