χαμός
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία επικρατεί μεγάλη αταξία και σύγχυση, με αντικείμενα διάσπαρτα και συνεχείς κινήσεις ή φωνές, που καθιστούν δύσκολη την οργάνωση ή τον έλεγχο του χώρου.
Συνώνυμα
χάος πανδαιμόνιο αναμπουμπούλα ανακατωσούρα ακαταστασία μπάχαλο συνωστισμός αναστάτωση αναταραχή αναβρασμός ταραχή σύγχυση οχλαγωγία βαβούρα κουρνιαχτός σούσουρο πανικός θύελλα βοή μπερδεμάρα οχλοβοή πάταγος θόρυβος μπέρδεμα κουρμπούρα θάνατος πόλεμος ζούγκλα μπουλούκι σκηνικό καταιγισμός παροξυσμός φουρτούνα σάλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πάρτι έγινε χαμός.
- Μετά τον σεισμό, επικράτησε χαμός στην πόλη.
- Όταν ανακοίνωσε την είδηση, έγινε χαμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
- Στο εμπορικό κέντρο ήταν χαμός από κόσμο λόγω των εκπτώσεων.
- Με τόσο χαμός, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε.