φόβος
ουσιαστικό1. Συναισθηματική κατάσταση έντονης ανησυχίας, αγωνίας ή δέους που προκύπτει ως αντίδραση σε πραγματική ή αντιλαμβανόμενη απειλή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φόβος με έκανε να παγώσω στη θέα του φιδιού.
- Ο φόβος των υψών τον εμποδίζει να ανεβαίνει σε ψηλά κτίρια.
- Ο φόβος του Θεού εκφράζεται με σεβασμό και ταπεινότητα.
- Οι πολιτικοί εκμεταλλεύονται τον φόβο για να χειραγωγήσουν το κοινό.
- Ο φόβος της αποτυχίας τον κράτησε στο ασφαλές μονοπάτι.