φοβερός

επίθετο

1. Που προκαλεί φόβο ή τρόμο λόγω επικινδυνότητας, δύναμης ή απειλής.

2. Που προκαλεί έντονη εντύπωση ή δέος λόγω μεγέθους, ισχύος ή επιβλητικότητας.

3. Που στην καθομιλουμένη εκφράζει κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ή εξαιρετικό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ταινία τρόμου ήταν φοβερή.
  • Ο νέος κιθαρίστας του συγκροτήματος είναι φοβερός.
  • Η καταιγίδα χθες το βράδυ ήταν φοβερή και προκάλεσε ζημιές.
  • Το ατύχημα ήταν φοβερό.
  • Οι συναυλίες τους φέτος ήταν φοβερές.