υπονομεύω
ρήμα1. Προκαλώ με κρυφές ή έμμεσες ενέργειες σταδιακή φθορά, αποσταθεροποίηση ή απώλεια αξιοπιστίας, κύρους ή αποτελεσματικότητας σε πρόσωπο, ομάδα, σχέδιο ή θεσμό.
Συνώνυμα
υποσκάπτω αποδυναμώνω σαμποτάρω διαβρώνω εξουδετερώνω αποδομώ βλάπτω αποδιοργανώνω διαταράσσω αμφισβητώ δυσφημίζω αμαυρώνω καταστρέφω διαφθείρω εκμηδενίζω ταράσσω μειώνω εξανεμίζω ανατρέπω παρακωλύω παρεμποδίζω υποβαθμίζω κακολογώ κακομεταχειρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως δημοσιογράφος, ποτέ δεν θα υπονομεύω την ανεξαρτησία της έρευνάς μου.
- Η διαρκής διασπορά ψευδών ειδήσεων με έκανε να υπονομεύω τη φήμη του συναδέλφου μου.
- Φροντίζω να μην υπονομεύω τις αποφάσεις της ομάδας, ακόμα κι αν διαφωνώ.
- Οι κακές διατροφικές συνήθειες με έχουν συχνά οδηγήσει να υπονομεύω την υγεία μου.
- Οι τρομοκράτες ήθελαν να με κάνουν να υπονομεύω τη γέφυρα, αλλά τους απέτρεψα.