υποβάλλω

ρήμα

1. Καταθέτω ή θέτω έγγραφα, αιτήσεις, εκθέσεις, προτάσεις ή στοιχεία προς αρμόδια αρχή, υπηρεσία ή πρόσωπο για εξέταση, αξιολόγηση ή απόφαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα υποβάλλω την αίτηση για την καινούρια θέση.
  • Αύριο θα υποβάλλω ένσταση κατά της απόφασης.
  • Ο γιατρός υποβάλλει τον ασθενή σε ειδικές εξετάσεις.
  • Η επιτροπή υποβάλλει την πρόταση στο Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Δεν θέλω να υποβάλω κανέναν σε ταλαιπωρία.