υπάλληλος
ουσιαστικό1. Άτομο που εργάζεται σε οργανισμό, εταιρεία ή φορέα, λαμβάνοντας μισθό ή άλλη αμοιβή και εκτελώντας καθορισμένα καθήκοντα και υποχρεώσεις στο πλαίσιο της εργασιακής του σχέσης.
Συνώνυμα
εργαζόμενος μισθωτός λειτουργός γραφειοκράτης στέλεχος εργάτης υφιστάμενος αξιωματούχος απασχολούμενος υπηρέτης γραμματέας γραφιάς υπαλληλίσκος εντολοδόχος βοηθός υπηρετητής υπηρέτρια δούλος δούλα πωλήτρια
Αντώνυμα
εργοδότης αφεντικό ιδιοκτήτης αυτοαπασχολούμενος πρόεδρος επικεφαλής διοικητής διευθύντρια εθελοντής επιστάτης ηγεμών μάνατζερ άνεργος διαχειριστής επόπτης διευθυντής προϊστάμενος εργολάβος επιχειρηματίας κεφάλι κύριος αφέντης αρχηγός άρχοντας καπετάνιος αγρότης κεφαλή άρχων αφέντρα δεσπότης επιμελητής ηγεμόνας συντονιστής εντολέας καταστηματάρχης προϊσταμένη κυβερνήτης ηγέτης δήμαρχος καλλιτέχνης επίτροπος μαέστρος μαγαζάτορας πατριάρχης επιβλέπων πρωτεργάτης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπάλληλος στο λογιστήριο έκλεισε τα βιβλία στο τέλος του μήνα.
- Η υπάλληλος του δήμου εξυπηρέτησε τους δημότες με υπομονή.
- Ο υπάλληλος του καταστήματος με βοήθησε να βρω το προϊόν που ήθελα.
- Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα σε ετήσια άδεια και ασφάλιση.
- Η υπάλληλος της τράπεζας μου εξήγησε λεπτομερώς τους όρους του δανείου.