επιχειρηματίας
ουσιαστικό1. Άτομο που ιδρύει, οργανώνει και διευθύνει επιχειρήσεις ή οικονομικές δραστηριότητες με σκοπό την απόκτηση κέρδους, αναλαμβάνοντας οικονομικό ρίσκο.
2. Άτομο που αναπτύσσει νέες ιδέες ή προϊόντα και εισάγει καινοτόμες πρακτικές στην αγορά.
Συνώνυμα
επιχειρητής έμπορος βιομήχανος μαγαζάτορας ιδιοκτήτης ιδρυτής εργοδότης καταστηματάρχης επενδυτής κεφαλαιούχος καπιταλιστής μάνατζερ εργολάβος εκμεταλλευτής βαρόνος κροίσος ιδιοκτήτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιχειρηματίας άνοιξε ένα νέο κατάστημα στην πόλη.
- Η επιχειρηματίας πήρε ρίσκο και επένδυσε σε ένα καινοτόμο προϊόν.
- Συμβουλεύομαι έναν επιχειρηματία για το επιχειρηματικό μας σχέδιο.
- Ως επιχειρηματίας, πρέπει να διαχειρίζεσαι τον χρόνο και τους πόρους προσεκτικά.
- Οι νέοι επιχειρηματίες συναντιούνται σε ένα συνέδριο καινοτομίας.