μαγαζάτορας
ουσιαστικόΠρόσωπο που διατηρεί ή διευθύνει κατάστημα και ασχολείται με τη λιανική πώληση αγαθών, τη διαχείριση αποθεμάτων και τις καθημερινές εμπορικές δραστηριότητες.
Συνώνυμα
καταστηματάρχης ιδιοκτήτης μαγαζάς έμπορος πωλητής μικροέμπορος επιχειρηματίας παντοπώλης μπακάλης ψιλικατζής περιπτεράς εστιάτορας ταβερνιάρης καφετζής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαγαζάτορας άνοιξε το μανάβικο πριν χαράξει.
- Ο μαγαζάτορας του μπαρ αποφάσισε να βάλει ζωντανή μουσική τα Σαββατοκύριακα.
- Οι μαγαζάτορες της περιοχής συναντήθηκαν με τον δήμαρχο για να συζητήσουν τα νέα μέτρα.
- Τον χαρακτήρισαν μαγαζάτορα επειδή εκμεταλλεύτηκε την κρίση για να ανεβάσει τις τιμές.
- Μην συμπεριφέρεσαι σαν μαγαζάτορας κάθε φορά που προτείνεις μια συμφωνία.