άνεργος
επίθετοΠου δεν έχει απασχόληση ή μισθωτή εργασία και αναζητά ή είναι διαθέσιμος για εργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εργαζόμενος απασχολούμενος απασχολημένος υπάλληλος μισθωτός αυτοαπασχολούμενος εργάτης διορισμένος προσληφθείς δουλευταράς εργατικός επιχειρηματίας
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι άνεργος εδώ και έξι μήνες.
- Η Μαρία εγγράφηκε ως άνεργη στον ΟΑΕΔ για να λάβει επιδόματα.
- Οι άνεργοι της περιοχής ζητούν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης.
- Μετά τις μαζικές απολύσεις, πολλοί συνάδελφοι έμειναν άνεργοι.
- Παρά την εμπειρία της, παραμένει άνεργη λόγω της οικονομικής κρίσης.