μισθωτός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που παρέχει εργασία για λογαριασμό εργοδότη υπό σύμβαση μισθωτής εργασίας και λαμβάνει μισθό ή ημερομίσθιο ως αντάλλαγμα.
Συνώνυμα
εργαζόμενος υπάλληλος μισθωμένος έμμισθος αμειβόμενος συμβασιούχος εργάτης ωρομίσθιος απασχολούμενος ημερομίσθιος δουλευτής συνεργάτης
Αντώνυμα
εργοδότης αυτοαπασχολούμενος εθελοντής άνεργος διαχειριστής ιδιοκτήτης επιχειρηματίας εργολάβος επόπτης αφεντικό προϊστάμενος κεφαλαιοκράτης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μισθωτός πληρώνεται κάθε τέλος του μήνα.
- Η μισθωτή εργάζεται σε μια μεγάλη εταιρεία.
- Οι μισθωτοί δικαιούνται άδεια με αποδοχές.
- Η φορολογία των μισθωτών άλλαξε φέτος.
- Πολλοί μισθωτοί δυσκολεύονται να καλύψουν τα έξοδά τους.