διευθύντρια

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που ασκεί τη διοίκηση και τη διεύθυνση μιας επιχείρησης, οργανισμού ή υπηρεσίας, οργανώνει και εποπτεύει τη λειτουργία, το προσωπικό και τις διαδικασίες.

Συνώνυμα

διευθυντής προϊσταμένη επικεφαλής διευθύνουσα διοικήτρια προϊστάμενος υπεύθυνη μάνατζερ πρόεδρος συντονίστρια αρχηγός αφέντρα επόπτρια επιμελήτρια άρχουσα κεφαλή καταστηματάρχισσα

Αντώνυμα

υπάλληλος υφισταμένη υπηρέτρια δούλα εργάτρια εργαζόμενη δουλεύτρια θεραπαινίδα υποτακτική υπήκοος σερβιτόρα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διευθύντρια του σχολείου ανακοίνωσε αλλαγές στο πρόγραμμα.
  • Η διευθύντρια της εταιρείας παρουσίασε τον νέο προϋπολογισμό.
  • Ανέλαβε τα καθήκοντα ως διευθύντρια του τμήματος χθες.
  • Η διευθύντρια του θεάτρου επέβλεψε την πρόβα πριν την πρεμιέρα.
  • Συμφωνήσαμε να μιλήσουμε με τη διευθύντρια για τα προβλήματα του έργου.