δούλα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που βρίσκεται σε κατάσταση δουλείας, χωρίς προσωπική ελευθερία και υπόκειται στον έλεγχο ή την κυριότητα άλλου.
2. Γυναίκα που εργάζεται ως οικιακή υπηρέτρια και εκτελεί εργασίες στο σπίτι ή σε άλλο χώρο εξυπηρέτησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αφέντρα αφένισσα κυρία κυρά αρχόντισσα δεσπότισσα ιδιοκτήτρια ελεύθερη πριγκίπισσα διευθύντρια άρχοντας
Παραδείγματα χρήσης
- Στην αρχαιότητα η δούλα δούλευε στο σπίτι του κυρίου χωρίς δικαιώματα.
- Η δούλα καθάρισε την κουζίνα πριν φύγουν οι επισκέπτες.
- Αποκαλούσε τον εαυτό της δούλα του Θεού, αφιερώνοντας τη ζωή της στην προσευχή.
- Ένιωθε δούλα των υποχρεώσεών της και δεν είχε προσωπικό χρόνο.
- Στο μουσείο υπάρχει έκθεση με αντικείμενα που ανήκαν σε μια δούλα του 19ου αιώνα.