μαέστρος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που διευθύνει μουσικό σύνολο με σκοπό την ενορχήστρωση της ερμηνείας, καθορίζοντας ρυθμό, δυναμικές, εκφραστικότητα και συντονισμό των εκτελεστών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μαέστρος σήκωσε το ραβδάκι και η ορχήστρα ξεκίνησε.
  • Είναι πραγματικός μαέστρος της απάτης.
  • Ο μαέστρος της κουζίνας δημιούργησε ένα καινούριο μενού.
  • Στον αγώνα φάνηκε σαν μαέστρος στο γήπεδο, καθοδηγώντας την ομάδα.
  • Είναι μαέστρος στη ραπτική και φτιάχνει τέλεια ρούχα.