τραβώ

ρήμα

1. Εφαρμόζω δύναμη σε κάτι ώστε να το μετακινήσω προς τα εμπρός, προς εμένα ή σε άλλη θέση.

2. Μετακινώ ή σύρω κάτι κατά μήκος μιας επιφάνειας, συχνά παρά αντίσταση ή φορτίο.

3. Αφαιρώ ή βγάζω κάτι τραβώντας το από τη θέση του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί τραβώ την κουρτίνα για να μπαίνει φως.
  • Στην εκδρομή τραβώ πολλές φωτογραφίες.
  • Με το καινούριο σου φόρεμα τραβώ πάντα την προσοχή.
  • Τον τελευταίο καιρό τραβώ πολλά με τη δουλειά.
  • Στο παιχνίδι τραβώ ένα χαρτί και προχωράω.