τιμή

ουσιαστικό

1. Ποσό χρημάτων ή άλλη οικονομική προσφορά που απαιτείται ή συμφωνείται για την αγορά, την πώληση ή την παροχή ενός αγαθού ή υπηρεσίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τιμή του εισιτηρίου είναι 10€.
  • Το πούλησε σε χαμηλή τιμή.
  • Μου έκανε τη τιμή να με προσκαλέσει στην παρουσίαση.
  • Θα υπερασπιστώ την τιμή της οικογένειάς μου.
  • Η τιμή που του δείχνουν οι συνάδελφοι είναι μεγάλη.