ταύτιση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο δύο ή περισσότερα στοιχεία θεωρούνται ή γίνονται όμοια ή ταυτόσημα ως προς χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή ρόλο.
Συνώνυμα
αντιστοιχία αντιστοίχιση ταυτοποίηση ταυτότητα αναγνώριση ταίριασμα ισοδυναμία εξομοίωση συμφωνία επιβεβαίωση πιστοποίηση ενσυναίσθηση εναρμόνιση ομοιότητα σύμπτωση συγχώνευση σύνδεση τσεκάρισμα ομοφωνία συγγένεια σύμπνοια χημεία συντονισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή έκανε το μυθιστόρημα πιο συναρπαστικό.
- Για την εγγραφή απαιτείται ταύτιση των στοιχείων με τα επίσημα έγγραφα.
- Στην αστυνομική έρευνα, η ταύτιση του DNA έδωσε καθαρές απαντήσεις.
- Οι επιστήμονες έκαναν ταύτιση των δύο πινάκων δεδομένων πριν από την ανάλυση.
- Υπάρχει ταύτιση απόψεων μεταξύ των ειδικών στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.