συνωστισμός

ουσιαστικό

1. Συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων ή αντικειμένων σε περιορισμένο χώρο, με αποτέλεσμα στενότητα και δυσκολία κίνησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνωστισμός στην πλατεία έγινε επικίνδυνος μετά το τέλος της συναυλίας.
  • Στα μέσα μαζικής μεταφοράς υπάρχει συχνά συνωστισμός τις ώρες αιχμής.
  • Ο συνωστισμός των αυτοκινήτων στην εθνική οδό προκάλεσε μεγάλες καθυστερήσεις.
  • Στο μικροσκόπιο φαινόταν συνωστισμός κυττάρων στην καλλιέργεια.
  • Ο συνωστισμός πληροφοριών στο διαδίκτυο δυσκολεύει την επιλογή αξιόπιστων πηγών.