συντονισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια οργάνωσης και εναρμόνισης δραστηριοτήτων, πόρων και προσπαθειών ώστε διαφορετικά μέρη να συνεργάζονται αποτελεσματικά για την επίτευξη κοινού σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συντονισμός των ομάδων ήταν απαραίτητος για την ολοκλήρωση του έργου.
- Ο συντονισμός των κινήσεων των χορευτών εντυπωσίασε το κοινό.
- Ο συντονισμός των συχνοτήτων στο ραδιόφωνο βελτίωσε τη λήψη.
- Ο συντονισμός των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης έγινε από το κέντρο επιχειρήσεων.
- Ο συντονισμός ανάμεσα στα τμήματα εξοικονόμησε πολύτιμο χρόνο κατά την κρίση.