συμπόρευση

ουσιαστικό

1. Κοινή πορεία ή μετακίνηση δύο ή περισσότερων προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων προς την ίδια κατεύθυνση, είτε πεζή είτε με οργανωμένο ρυθμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περπατούσαν σε συμπόρευση κατά μήκος της παραλίας.
  • Η συμπόρευση των δύο κομμάτων στις εκλογές αιφνιδίασε πολλούς.
  • Η εταιρεία επιδιώκει συμπόρευση με τοπικούς φορείς για να προωθήσει τα έργα.
  • Η μακροχρόνια συμπόρευση τους βασιζόταν στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
  • Η συμπόρευση του σχεδίου με τις αξίες της κοινότητας εξασφάλισε ευρεία αποδοχή.