σκασμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί ρήξη ή άνοιγμα στην επιφάνειά του, με αποτέλεσμα να μην συγκρατεί πλέον αέρα, υγρά ή το αρχικό του σχήμα.
2. Που νιώθει έντονη δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση εξαιτίας κάποιου γεγονότος ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
ξεφουσκωμένος χορτάτος χορτασμένος κουρασμένος καταπονημένος ξεθεωμένος κατάκοπος λιωμένος σκοτωμένος μπουκωμένος θυμωμένος εκνευρισμένος σπασμένος διαλυμένος απαρηγόρητος κατσούφης στεναχωρημένος τσαντισμένος φουσκωμένος γεμάτος κορεσμένος εξαντλημένος εξουθενωμένος πεθαμένος οργισμένος αγανακτισμένος ραγισμένος χαλασμένος κατεστραμμένος πληγωμένος καταθλιπτικός στεγνός συντετριμμένος φοβητσιάρης άναυδος ταλαιπωρημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκύλος έτρεχε σκασμένος από τη ζέστη μετά τη βόλτα.
- Είμαι σκασμένος από την κούραση και θέλω να ξαπλώσω.
- Με το που έσκασε η μπάλα, ο τοίχος έμεινε σκασμένος.
- Το φρούτο ήταν σκασμένο από την πολλή ωρίμανση και έπεσε κάτω.
- Είχε έναν σκασμένο τόνο στη φωνή του μετά το κρύωμα.