πεινασμένος

επίθετο

1. Που αισθάνεται ανάγκη για τροφή λόγω έλλειψης ή μειωμένης πρόσληψης τροφής.

2. Που παρουσιάζει έντονη επιθυμία ή λαχτάρα για κάτι πέρα από το φαγητό, σε μεταφορική χρήση (π.χ. πεινασμένος για επιτυχία).

Συνώνυμα

νηστικός πείνων πειναλέος ορεξάτος λαίμαργος αφηνιασμένος εξαθλιωμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι πεινασμένος, θα φάω κάτι αμέσως.
  • Ο σκύλος είναι πεινασμένος και κλαίει για τροφή.
  • Μετά τον αγώνα ήταν πεινασμένος και έφαγε όλο το γεύμα.
  • Είναι πεινασμένος για επιτυχία και δεν σταματά να προσπαθεί.
  • Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί επειδή ήταν πεινασμένος.